Η ελιά αποτελεί σημαντικό φυτικό είδος του Μεσογειακού οικοσυστήματος και μια σημαντική πηγή ενέργειας και θρεπτικών συστατικών για τον άνθρωπο.Τα παραγόμενα προϊόντα της ελαιοκαλλιέργειας, το ελαιόλαδο και οι βρώσιμες ελιές, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της μεσογειακής διατροφής.Η παραγωγή του ελαιόκαρπου εντοπίζεται κυρίως στις χώρες της Ευρώπης, όπου καλλιεργούνται 86 εκατομμύρια στρέμματα με ελαιόδενδρα - απο τα οποία το 92% προορίζεται για την παράγωγης ελαιολάδου και το 8% για την παραγωγή βρωσίμων ελιών και παράγεται σχεδόν το 85 % της παγκόσμιας παραγωγής ελαιόλαδου (περίπου 2.5 εκατομμύρια τόνοι ανά χρόνο), όπως φαίνεται στο Σχήμα 1.

sxima1

Σχήμα 1. Κατανομή παγκόσμιας παραγωγής ελαιολάδου.(Πηγή:www.fao.org).

Η μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή παραγωγή συγκεντρώνεται στη λεκάνη της Μεσογείου , με την Ισπανία και την Ιταλία να καταλαμβάνουν τις δύο πρώτες θέσεις και την Ελλάδα να είναι στην θέση της 3ης ελαιοπαραγωγού χώρας σε παγκόσμιο επίπεδο με ποσοστό παραγωγής 13 %, που αντιστοιχεί σε 300.000 έως 400.000 τόνους ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες της ελαιοκομικής χρονιάς. Στο Σχήμα 2 αποτυπώνεται η ποσοστιαία κατανομή παραγωγής ελαιολάδου μεταξύ των μεσογειακών χωρών.

sxima2

Σχήμα 2: Παγκόσμια παραγωγή ελαιοκάρπου και ελαιολάδου

Ο ελαιοπαραγωγικός κλάδος, αποτελεί παραδοσιακά, έναν σημαντικό κλάδο της οικονομίας των ελαιοπαραγωγικών χωρών , αλλά και έναν από τους ταχύτατα αναπτυσσόμενους σήμερα αγροτοδιατροφικούς κλάδους, καθώς το ελαιόλαδο κυρίως, αλλά και οι βρώσιμες ελιές, γίνονται μέρος της καθημερινής διατροφής σε όλο και περισσότερες Ευρωπαϊκές – και όχι μόνο – χώρες, και η ζήτηση τους έχει σχεδόν διπλασιασθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Η παγκόσμια παραγωγή ελαιοκάρπου ακολουθώντας την αυξανόμενη ζήτηση , αυξάνεται κατά μέσο όρο 11% ετησίως από το 1995 και η αύξηση αυτή αποτελεί μια θετική οικονομική εξέλιξη στα πλαίσια της επιθυμητής ανάπτυξης , καθώς οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις της πρωτογενούς παραγωγής και οι μονάδες επεξεργασίας των προϊόντων της ελιάς, βρίσκονται στην λιγότερο ανεπτυγμένη περιοχή της Νότιας Ευρώπης και της Μεσογειακής λεκάνης.

Ο ελαιοπαραγωγικός κλάδος σήμερα αποτελεί έναν σημαντικό κλάδο της Ελληνικής οικονομίας καθώς:

στην ελαιοκομία δραστηριοποιούνται (κατά κύρια ή συμπληρωματική απασχόληση) περισσότερες από 450 χιλ. αγροτικές οικογένειες, κυρίως σε μειονεκτικές, ημιορεινές περιοχές, συμβάλλοντας καθοριστικά στην βιωσιμότητα των περιοχών αυτών, στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής σε αυτές καθώς και στην προστασία των εδαφών από τη διάβρωση και στην διατήρηση του φυσικού τοπίου.

η ελαιοκαλλιέργεια καλύπτει περίπου το 20% των χρησιμοποιούμενων αγροτικών εκτάσεων της χώρας

η συμμετοχή του ελαιολάδου στο αγροτικό ΑΕΠ κυμαίνεται από 7,5% έως 10% ετησίως (ανάλογα με τις αποδόσεις κάθε ελαιοκομικής χρονιάς).

η αξία της εγχώριας παραγωγής ελαιολάδου εκτιμάται γύρω στα € 800 εκατ. € (ανάλογα με τις αποδόσεις της ελαιοκομικής περιόδου) συνεισφέροντας έτσι το 0,3% του ΑΕΠ (έναντι 0,2% του Ισπανικού κλάδου στο ΑΕΠ της Ισπανίας και 0,1% για τον Ιταλικό αντίστοιχα).

η συμβολή του στις συνολικές εξαγωγές αντιστοιχεί περίπου στο 1,5%.

καλύπτει κ.μ.ο το 11% της συνολικής αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα σε όρους οικονομικής αξίας (έναντι 2% στην Ευρώπη).

αποτελεί βασικό συστατικό της διατροφής των Ελλήνων καθώς η χώρα μας κατέχει τη μεγαλύτερη κατά κεφαλή κατανάλωση ελαιόλαδου σε διεθνές επίπεδο, με το μέσο Έλληνα να καταναλώνει κ.μ.ο 18 κιλά ετησίως ενώ ακολουθεί η Ισπανία με 13 κιλά κατά κεφαλήν κατανάλωση ετησίως.

αντιστοιχεί στο 4,2% της συνολικής δαπάνης για τρόφιμα, ενώ αν ληφθεί υπόψη η ιδιοπαραγωγή - κατανάλωση το αντίστοιχο ποσοστό υπολογίζεται πάνω από το 5,5%.

Στοιχεία παραγωγής και εξαγωγών ελαιολάδου σε επίπεδο χώρας:

Το ελαιόλαδο θεωρείται εθνικό προϊόν, με την Ελλάδα να είναι η τρίτη ελαιοπαραγωγός χώρα στον κόσμο, μετά την Ισπανία και την Ιταλία, με καλλιεργήσιμες εκτάσεις που ανέρχονται σε 7,56 εκατομμύρια στρέμματα , ενώ είναι στην πρώτη θέση ως προς την παραγωγή παρθένου ελαιολάδου.

Η Πελοπόννησος και η Κρήτη είναι οι πλέον σημαντικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, συμμετέχοντας με ποσοστά 35,4% και 40% αντίστοιχα , στην ετήσια ελαιοπαραγωγή. Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, παράγονται κ.μ.ο 50.000 τόνοι ελαιολάδου , ενώ στην Περιφερειακή Ενότητα Αχαϊας αντιστοιχούν 16.000 τόνοι . Από την ετησίως παραγόμενη στην χώρα, ποσότητα των 300.000-400.000 τόνων , το μεγαλύτερο ποσοστό χρησιμοποιείται στην εσωτερική αγορά που χαρακτηρίζεται από το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατανάλωσης παγκοσμίως , αν και η κατανάλωση του ελαιολάδου, λόγω της οικονομικης κρίσης και της διαφοροποίησης των τροφικών συνηθειών , έχει υποχωρήσει στα 16 κιλά/κεφαλή ετησίως το 2014, από 20 κιλά/κεφαλή που ήταν το 1990. Από την συνολική παραγωγή ελαιολάδου , μόλις το 27% φτάνει στο στάδιο της τυποποίησης, στην Ελλάδα, έναντι 50% στην Ισπανία και 80% στην Ιταλία.

Οι εξαγωγές ελαιολάδου ετησίως ανέρχονται κ.μ.ο σε 115.000 τόνους (με βάση τον μέσο όρο της τριετίας 2010-2013). Εξ αυτών, μόνο οι 35.000 τόνοι, εξάγονται ως τυποποιημένο προϊόν, ενώ, κ.μ.ο, οι 80.000 τόνοι εξάγονται στην Ιταλία σε χύμα μορφή, γεγονός που προκαλεί σημαντική απώλεια εσόδων από την προστιθέμενη αξία που προσδίδει το τυποποιημένο προϊόν. Όπως προκύπτει, τόσο από διαθέσιμα στοιχεία όσο και από σχετικές μελέτες, το ελληνικό επώνυμο ελαιόλαδο δεν έχει ικανοποιητική επώνυμη παρουσία στις ξένες αγορές. Την πρώτη θέση κατέχει συνήθως το Ιταλικό ελαιόλαδο και ακολουθεί το Ισπανικό με αυξητικές τάσεις.

Σημαντικό στοιχείο για τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης του κλάδου, αποτελεί το γεγονός ότι έχουν χαρακτηριστεί 27 τύποι ελαιολάδων εγχώριας παραγωγής ως Π.Ο.Π (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης) ή Π.Γ.Ε (Προ-στατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ποιότητα του ελληνικού ελαιόλαδου εκτιμάται ως ανώτερη των λοιπών ελαιοπαραγωγικών χωρών, λογω καλυτέρων εδαφολογικών και κλιματικών συνθηκών, με το 80% του ελληνικού ελαιολάδου να κατατάσσεται στηην κατηγορία « εξαιρετικά παρθένο» ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ιταλία είναι 65% και μόλις 30% στην Ισπανία . Η ανώτερη αυτή ποιότητα αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα του προϊόντος που ωστόσο δεν αποφέρει την αναμενόμενη προστιθέμενη αξία καθώς στο μεγαλύτερο ποσοστό του, δεν τυποποιείται και πωλείται σε μορφή χύμα . Το εξαιρετικής ποιότητας ελληνικό παρθένο ελαιόλαδο που εξάγεται, αποτελεί ποσοστό 72% της συνολικής εξαγώγιμης ποσόστητας ελαιολάδου. Μόνο δε η Ιταλία, απορροφά το 73% του εξαγόμενου ελαιόλαδου συνολικά αλλά και το 73% του εξαγόμενου παρθένου ελαιολάδου. Επισημαίνεται ότι οι Ιταλικές επιχειρήσεις τυποποίησης ελαιολάδου αναμιγνύουν το ελληνικό ελαιόλαδο που εισάγουν, με το δικής τους παραγωγής ελαιόλαδο και το προωθούν, τυποποιημένο, μέσω των ανεπτυγμένων δικτύων διανομής και προώθησης που διαθέτουν.